Η σκάλα της νοσταλγίας




Το κύμα του Ιονίου άφησα
για την πλατιά κοιλάδα των Μακεδόνων,
την ακύμαντη.
Τώρα κοκκινίζουν φύλλα σαν μνήμες που ωρίμασαν.
Τις παίρνει το ρυάκι της βροχής,
τις φέρνει στην παλάμη του Χρόνου
κι αναπαύονται.

Ως εκεί που πνέει το βλέμμα
ανασαίνει ονειροπόλα η ομίχλη.
Ωραία που θα ’ταν να ψήλωνε λιγάκι το Βέρμιο.
Όπως ψηλώνει η σκάλα της νοσταλγίας
κι ακουμπά στο ηλιόφως της θύμησης.
Για μια στιγμή να αντίκριζα το βράχο που ζωγράφισα
βαθιά στον ήχο των κυμάτων,
αθόρυβη στεριά στην ταραγμένη ψυχή του Ποσειδώνα.

Δε σε ξεχνώ πεύκο της Ακαρνανίας που μεγαλώνεις
όπως η ελπίδα, αδιόρατα,
δε σε ξεχνώ άλιε Γέροντα που πιάνεις
τις νήσους του Ιονίου στο δίχτυ σου
και τις καρφώνεις μετά φωτεινές
στο στερέωμα.
Δε σε ξεχνώ άγριο βότανο
που πάλι θα ξαπλώσω στο πλάι σου,
όπως ξαπλώνει η νεράιδα πλάι στο όνειρο
και πλαταίνει η νύχτα.

[Από τη συλλογή Η ΑΝΑΜΕΝΟΜέΝΗΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΟΥΝΕ 2012]