Θυμήσου με



Μεγάλη Παρασκευή στην επιτάφιο περιφορά,
με τη σπηλαιώδη ψαλμωδία των Κενταύρων.
Βρήκα τον Γολγοθά μου στο υπνωτικό όνειρο του Πηλίου.
Τον σταυρό μου κουβαλώ ανάμεσα σε τραύματα
κι ορυμαγδούς λαθών που ξέχασαν να σιωπήσουν.
Υψώνομαι επί ξύλου και βλέπω μακριά τη θάλασσα
να κλείνει τα μάτια και να συλλογίζεται
πνιγμένες τύψεις, ενταφιασμένες σε βυθούς,
λείψανα ποντισμένου αστεριού που έχει σβήσει.
Σταυρωμένος στο πλάι σου κοιτώ την ψυχή μου,
τη μετέωρη μεταξύ ιστορίας και λήθης, 
αιωρούμενη στου αγγελικού βουνού τα ομιχλώδη βάθη.

Κάνε αυτή τη μέρα την πιο μικρή που υπήρξε ποτέ.
Σαν αστραπή που για μια στιγμή αμφιβάλλει
και μετά αφήνεται να πέσει στο πέλαγος.
Ας γλιστρήσει το φως της σαν δάκρυ
στην παγωμένη επιφάνεια του πόνου.

Θυμήσου με απόψε το βράδυ,
καθώς θα ανεβαίνεις του χρόνου την κλίμακα ανάποδα,
βαδίζοντας ανάμεσα σε γαλαξίες και νεφελώματα,
ως την πρώτη στιγμή που ο λόγος ακτινοβόλησε
στο άδυτο των αδύτων,
στη σκέψη σου.
Θυμήσου με απόψε το βράδυ,
και καθώς θα περνάς και πάλι
την πύλη του Παραδείσου,
άσε με να περάσω κι εγώ.
Λαθραία σαν νότα που δεν ταιριάζει
στο τραγούδι σου.


[Από τη συλλογή Η ΑΝΑΜΕΝΟΜέΝΗΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΟΥΝΕ 2012]