Ρόδο


Ρόδο στη γη της Πιερίας,
στιλβωμένο μ’ αναμνήσεις των καλοκαιριών που πέρασαν,
κύματα που τα ζήτησε πίσω ο Θερμαϊκός,
θέρος μέσα στο θέρος,
όνειρο μέσα στο όνειρο στον στροβιλισμό της θύμησης.  

Ρόδο, 
ανέτειλες σαν τον κισσό του ήλιου που ανεβαίνει το πρωί ερωτευμένος
σφιχταγκαλιάζοντας κορμί αγαπημένης του βελανιδιάς.
Σε κάλεσα ανυποψίαστος.
Με προσευχή που δεν το γνώριζα πως μέσα μου αδιάκοπα την έλεγα.

Κι εσύ ήρθες σε μένα.
Ήρθες για λίγο, όπως όλα τα ρόδα.
Ιριδισμός του χρόνου που ταλαντεύεται στο ονείρεμά του.
Δάνειο απ’ το φτερό του παγωνιού.
Χρώμα κλεμμένο απ’ τον μεταξωτό σπινθηρισμό της νύχτας.

Ανάμεσα στο έλατο και την αρμυρικιά
ύψωσες το κορμί σου για να βρεις το απαγορευμένο φως
και στο βάθος του χρόνου υψώθηκε για να σε φτάσει,
ακτινοβόλο αίνιγμα,
η κορυφή του διαμαντιού του Ολύμπου.

Ρόδο που μέσα σου ανθίζουν άλλα ρόδα.
Ρόδο μέσα στο ρόδο.
Διακλαδώσεις του έρωτα ως τον βυθό του απείρου.
Μείνε στο τώρα μαζί μου.
Εσύ που έχεις διασχίσει ήδη όλη την αιωνιότητα,
πόσες ιστορίες προλαβαίνεις να μου πεις σε μερικές στιγμές;

Διαπλέοντας αθόρυβα το ρεύμα της μνήμης,
βάρκα που κυλά στο ήρεμο ποτάμι με τις ονειρικές στροφές του.
Ψιθύρισέ μου όσα σου είπε το μυστικό εγώ μου.
Για την αγάπη που κατέβηκε ως τα σύννεφα
κι είπε τα μαγικά της λόγια ν’ ακουστεί.
Έτσι καθώς δικαιούται, μια φορά σε κάθε ζωή.

Ναι.
Σε κοίταξα χτες και με συνεπήρες.
Σε είδα και με δέχτηκες μέσα σου.
Όπως το μάτι του ήλιου δέχεται μέσα του όλο το σκοτάδι της νύχτας.
Πέταλα έχουν γίνει πια τα μάτια μου.
Σήμερα στο κενό που άφησες φεύγοντας
αιωρείται ρόδο στη θέση του ρόδου
η ζωή μου.