Φιλοκτήτης


Στις ακτές του νησιού μου κάθε βράδυ ακούγεται αρχαίων φασμάτων το άεισμα.

Ξυπνώ τα μεσάνυχτα και πάλι μοναχός στη σπηλιά μου.
Βυθισμένος στης Λήμνου τ' ολοσκότεινο όνομα
με το τόξο φονεύω τον άγρυπνο ύπνο μου.
Τους παλιούς, ξεχασμένους πια φίλους
απωθώ στα βάθη καταραμένου ονείρου.


Τι θα ήταν οι νύχτες μου χωρίς το ακάνθινο της σελήνης το σώμα στο πλάι μου;
Τι θα ήταν η κλίνη μου δίχως των αστεριών το ατσαλένιο αγκάλιασμα;

Η φωνή μου κρούει οργισμένη χορδή στον αφρό του πελάγους.
Το κορμί των νερών πονά καθώς το σχίζει σε κύματα η ορμή του εφιάλτη μου.
Κροτεί στο σκοτάδι και χορεύει ο άνεμος
πάνω στη ματωμένη πλάτη βασανισμένης συνείδησης.

Πού χαθήκατε ζωντανοί και νεκροί μου;

Από καιρό αριθμώ του χρόνου το πέρασμα κρατώντας το μέτρο της λήθης.
Ξυπνώντας σε πόλεις που δεν γνωρίζω καν τα ονόματα των δρόμων τους.
Σε πλατείες χωρίς την αδιάκοπη ροή των σωμάτων.
Με την παράδοξη απουσία των περιστεριών
και σπίτια δίχως κατώφλι.
Με το βλέμμα κλειστό ωσάν του καρπού το κέλυφος.
Με λέξεις θαμπές κι άλυτα αινίγματα,
θραύσματα του μηδενός
και φράσεις που δεν πρόλαβαν να πάρουν τελεία.

Περπατώ κι ο δρόμος της μοναξιάς αλλάζει διαρκώς τη φορά του.
Βαδίζω ευθεία μπροστά κι ο χρόνος λοξεύει προς το παρελθόν που απέρριψε.
Πόσα όνειρα πρέπει να δω για να καταλάβω πως δεν εκπληρώνονται;

Περιμένω και περιμένω.
Στο λιμάνι να φανούν κατάρτια πλοίων
που ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια δικά μου.
Στην ανατολή καμιά φορά ξημερώνει και δίχως τον ήλιο.
Όμως αν η ζωή μου δύσει χωρίς την αγάπη,
πώς θα ψιθυρίσω στου θανάτου τη μνήμη
ότι -ναι-  κι εγώ κάποτε έζησα;

Νέφη θα έρθουν και νέφη θα φύγουν.
Κι η βροχή θ’ ακούγεται πάντα διαφορετική και πάντα η ίδια.
Άνθρωποι έρχονται πάντα στη θέση εκείνων που έφυγαν.
Τους ζυγίζει το βλέμμα.
Ζυγαριά που μετρά το ίδιο βάρος, αλλά το βρίσκει πάντα διαφορετικό.
Πορεία σκέψης που ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι,
μα καταλήγει πάντα σ’ άλλο συμπέρασμα.
Παραμύθι που στην αφήγησή του αλλάζουν οι ήρωες.

Κι όμως, τι νόημα έχει να μην ενώνονται η αρχή και το τέλος;
Δαχτυλίδι που έσπασε
μην αντέχοντας το βάρος των συναισθημάτων
που έζησαν μέσα στον κύκλο του.
Ωσάν ο κύκλος των ζωδιακού να μην μετράει πλέον τη μοίρα,
άδειος από τα σχήματά του,
σπίτι που δεν μπορείς πια να το βρεις εκεί που το άφησες, 
σχέδιο σβηστό,
κενό απ' τους θεούς που το κατοίκησαν.