Μετέωροι



Ασάλευτοι ανεμοδείκτες της ύπαρξης,
καθώς φυσά από το στόμα της ανυπαρξίας.
Μετέωροι κρέμονται οι σταλακτίτες των άστρων,
μια σκέψη ακίνητη στο μάρμαρο του μαυσωλείου της,
αναλαμπή του χτες εγκλωβισμένη στην ειρκτή του σήμερα.
Πληθαίνουν οι φωτιές που ανάβει η μοναξιά στον πύργο της σιωπής της.
Όπως πληθαίνουν τα όνειρα της λεύκας την αυγή,
όπως πληθαίνει ο κυματισμός της νοσταλγίας το απόβραδο.

Είναι φθινόπωρο
και δεν σας βρίσκω εκεί που πάντα σας περίμενα.
Οι θέσεις σας στον χρόνο άδειες,
σαν ανεμώνη που της έκλεψε ο ουρανός τα πέταλά της,
σαν προσευχή ερημίτη που της αφαίρεσαν τη μοναξιά.

΄Άλλη φορά -το ξέρω- δε θα 'στε ανάμεσά μας.
Όλη τη νύχτα στέκουν πλάι μου αδιάλυτες οι ώρες που περάσαμε μαζί.
Κι οι χωριστές μας ώρες διαλύονται, ομίχλη στης σιγής τα χείλη.
Τώρα ανεβαίνει προς το φως ο ουρανός.
Τ’ άστρα βυθίζονται ανυπόστατα μες σε γαλάζια θάλασσα.
Η μέρα απλώνει το δίχτυ του ήλιου παγιδεύοντας πετάγματα πουλιών.

Το ξέρω. Δε θα σας ξαναδούμε.
Μόνο το αίμα σας μες το δικό μας αίμα απομένει.