Βαβέλ



Σε μαύρο κάτοπτρο, Βαβέλ, στον ύπνο μου
αντίκρισα τη μακρινή λαγνεία των αγγέλων σου,
στην αμμουδιά της σκέψης μου
γεύτηκα κύμα γλυκό απ’ όλες τις τοξίνες της αμαρτίας.

Στη σαρκώδη πυρά των χειλιών σου φλεγόμενος
ανέσυρα απ’ τα βάθη της φωτιάς
τους θησαυρούς, Βαβέλ, που πάντοτε φυλάς
για τα παλάτια των αγίων σου:

οξύ και φώσφορο και μέταλλο νύχτας
σκαμμένης ως το μυχό της από την αγωνία.
Υλικά που φτιάχνουν ακάνθινη την φωνή του εφιάλτη
και ματώνει με άηχο φως
η κραυγή του περάσματός του πάνω από την ψυχή σου.