Πάνω σε γυάλινο χαρτί


Απήλθες, χωρίς να έχεις έρθει και ποτέ.

Κάτω απ' τον δαιμονικό λαμπτήρα προσπαθώ 
να λιώσω την εικόνα σου.
Σταγόνα πάνω σε γυάλινο χαρτί.
Ρέεις. Πότε ωσάν ηλιακός χρυσός, πότε σαν τον υδράργυρο του φεγγαριού
και πότε σαν τη βεβαιότητα χιονιού πως θα αγαπηθεί απ’ τον χειμώνα του.
Ρέεις. Με την ευχέρεια που έχει ο πόνος να γλιστρά από την κρύπτη του.

Απήλθες και πήρες μαζί σου το μονάκριβο κενό μου.
Χωρίς να το αναπληρώσεις και με τίποτα.
Πήρες το κρύο και τη ζέστη,
το χτες που θα 'θελε να γίνει τμήμα μου
μα έγινε φλοίσβος σε μιαν άλλη μνήμη.

Απήλθες με την τέφρα σου στο χέρι 
να τη σκορπίσεις σ' άβατα βουνά.
Σε κάποιο μέλλον μακρινό που δεν μπορώ να φτάσω
σε μια γωνιά βιβλίου που δεν μπορώ να βρω
σε μία πολιτεία που ακόμη δεν υπάρχει
σε έναν σχήμα που οι γεωμέτρες ακόμη δεν το επινόησαν.

Απήλθες κι έκλεψες όλα τα λόγια μου.
Ναι, 
άλλοι σε τραγουδούν με στίχους ξάστερους,
απλούς, όλο ουσία,
δίχως μαλάματα,
στο φως φτηνού λαμπτήρα,
καθώς είναι της μόδας.

Εγώ απλώς σ' ακούω.