Υπνωτισμένα


Τα μάτια σου νούφαρα
διαπλέουν τα νερά του ονείρου υπνωτισμένα.
Κοιτούν τον ουρανό
και πίσω απ’ τη διάφανη μεμβράνη του
θέλουν να δουν τους κόσμους που φθορίζουν,
σαν πέφτει επάνω τους -δέσμη φωτός-  μια στιγμιαία σκέψη σου.

Κι έχεις βαθιά επίγνωση
πως δε θα γίνουνε ποτέ δικοί σου.
Κι έχεις βαθιά επίγνωση
πως η δική σου μοίρα είναι η γη
με τη βαριά της άγκυρα στο στέρνο σου.

Ετούτο τον ορίζοντα τον διασχίζει μόνο το βλέμμα
που έδωσε την όρασή του στη φθορά
κι άπλωσε τα φτερά του
ανάμεσα στη λάμψη του φεγγαριού
και τη διάχυτη άλω του γαλαξία
στο στερέωμα.